Π. Κωστόπουλος: η ζωή είναι μεγάλη για να φοράς just Cavalli
Πολλοί θα μπορούσαν να πουν: το ξέραμε. Οι περισσότεροι, όμως, δεν το ήξεραν - ή, τουλάχιστον, δεν τους ένοιαζε και κατανάλωσαν με βουλιμία το όνειρο που τους πούλησε ο αρχιερέας του ελληνικού lifestyle, ο άνθρωπος που μας έψησε ότι αν δεν είναι στη Μύκονο, δεν είναι διακοπές, ο εκδότης που μας μύησε στα ακριβά ρολόγια, στα χοντρά πούρα, στα γρήγορα αυτοκίνητα και στις πλαστικές γκόμενες. Και γιατί όχι; Το τσιτάτο «η ζωή είναι πολύ μικρή για να είναι θλιβερή» υπήρξε επί σειρά ετών το ατράνταχτο επιχείρημα του. Μικρή δεν είναι άλλωστε η ζωή; Ποιος μπορούσε να ισχυριστεί ότι πρέπει να είναι θλιβερή;
Το πορτρέτο για το φιλόδοξο παιδί από το Βόλο, που έπιασε την καλή αλλά τώρα βλέπει την αυτοκρατορία του να καταρρέει, μοιάζει εκ πρώτης όψεως να αφορά μόνο τους μαϊντανούς που κατά βάση φιλοξενούσαν και φιλοξενούν τα περιοδικά του, αλλά δεν είναι έτσι.. Είναι, και δεν θα μπορούσε παρά να είναι, αμιγώς πολιτικό…
Άλλωστε, κάπως έτσι πολιτικά τοποθετεί την ιστορία και ο Άρης Τερζόπουλος, στο πλάι του οποίου ο Κωστόπουλος απογειώνεται με την έκδοση του ΚΛΙΚ το 1987, δύο χρόνια μετά τη γνωριμία τους. Πρόκειται για μια άλλη Ελλάδα, όπως υπενθυμίζει σε συνέντευξη του ο Τερζόπουλος. Το ΠΑΣΟΚ έχει επανεκλεγεί, ο εφιάλτης της χούντας αρχίζει και ξεθωριάζει. Είναι η εποχή της αλλαγής, του εκσυγχρονισμού, η εποχή που ο Ανδρέας φροντίζει να δώσει σε ανθρώπους που ήταν χρόνια «στην απ’ έξω», αναδεικνύοντας μια καινούργια κοινωνική τάξη…
«Το ‘85, λοιπόν, που κέρδισε ο Ανδρέας για δεύτερη φορά, ήταν φανερό ότι δεν θα είχαμε δικτατορία πια και πως ένα πλήθος κόσμου αριστερόστροφο και αποκλεισμένο από τα πράγματα, που θεωρούσε το μπλου τζιν και τη Μέριλιν Μονρόε ταξικό εχθρό, θα έμπαινε στο παιχνίδι, άρα θα χρειαζόταν να μάθει κάποια βασικά πράγματα: Πού πηγαίνετε και πώς φέρεστε/Ετσι αναμείχθηκαν όλες οι φυλές της Αθήνας», θα πει ο Α. Τερζόπουλος.
Στην πραγματικότητα η πελατεία ήταν έτοιμη, στημένη. Αυτό που χρειαζόταν ήταν κάποιος να πιάσει τον παλμό της: Τα ξέφρενα πάρτι των παιδιών που μόλις είχαν βγάλει τα ζιβάγκο, ξύριζαν τα μουστάκια και περιόριζαν τη φαβορίτα, θα γίνονταν υπό την… αιγίδα των πλούσιων κοινοτικών κονδυλίων και ο Π. Κωστόπουλος γίνεται σταδιακά ο άνθρωπος που αναλαμβάνει να οδηγήσει το κοινό του στη Μέκκα του καταναλωτισμού. Όχημα του τα γυμνά εξώφυλλα, τα IN και τα OUT, οι εξυπνακισμοί, οι νυχτερινές έξοδοι, το «ξέρεις ποιος είμαι εγώ, ρε;». Και οι πιστοί του, αυτό το «αριστερόστροφο» κοινό του παρελθόντος που είχε ήδη αποκτήσει μια ακόρεστη όρεξη για λούσα, χαϊλίκια, πάρτι, γκόμενες και καμιά μυτιά… Είπαμε: η ζωή είναι μικρή.
Δημιουργώντας μια απολιτίκ γενιά
Ο Π. Κωστόπουλος εκμεταλλεύτηκε τις ανάγκες μιας γενιάς εκ των πραγμάτων βαθιά πολιτικοποιημένης, που είχε ανάγκη να αποστασιοποιηθεί από τα πράγματα και να ζήσει το τώρα. Τελικά κατέληξε να δημιουργεί την επόμενη, με ενστικτώδη αποστροφή για τα κοινά, που δεν σκέφτεται το αύριο και δηλώνει υπερήφανα απολιτίκ. Και όταν η κρίση και η πραγματική φτώχεια χτυπάει την πόρτα του ελληνικού νοικοκυριού, ο άνθρωπος που δίδασκε επί χρόνια ότι το αμπαλάζ είναι πιο σημαντικό από το περιεχόμενο, μοιραία στέκεται αντιμέτωπος με τις ευθύνες του. Κάποιες εξ αυτών θα τις παραδεχτεί και ο ίδιος σε συνέντευξη στο δικό του NITRO, στο οποίο φωτογραφίζεται με μπλουζάκι που αναγράφει «ήμουν και εγώ μαλάκας». Εκεί μεταξύ άλλων θα πει: «Κάναμε τραγικές μαλακίες κι εμείς, δεν λέω. Δίναμε χώρο στα περιοδικά σε δευτεράντζες και τριτάντζες, σε σταρ τύπου της Κυριακής χαρά και της Δευτέρας λύπη και μην τον ξαναείδατε το Μήτσο το λεβέντη το ληστή. Νούμερα, το παραδέχομαι. Σαν αυτά που όταν τα αφήσαμε εμείς, τα κληρονόμησε η τηλεόραση».
Η πτώση
Το 2012 η Ελλάδα πλήττεται από κρίση και τα 80’s και 90s δεν είναι παρά μια ανάμνηση. Για τον Π. Κωστόπουλο, μια ανάμνηση δημιουργίας, κοινωνικής και επαγγελματικής εξέλιξης. Οι κυκλοφορίες των εντύπων έχουν πέσει προ πολλού και οι προβληματισμοί για τα χειμερινά σαλέ
δίνουν τη θέση τους σε δυσβάσταχτα οικονομικά προβλήματα της ΙΜΑΚΟ, που φλερτάρει επί πολλές εβδομάδες με το πτωχευτικό άρθρο 99. Το σωματείο των φωτογράφων (ΕΦΕ) βγάζει ανακοίνωση εναντίον του και ξεκινά εμπάργκο μέχρι να πληρωθούν. Η εταιρεία A&G PAPER προσφεύγει στη δικαιοσύνη για μια επιταγή η οποία δεν πληρώθηκε στο νόμιμο χρονικό διάστημα των 8 ημερών και ζητά συντηρητική κατάσχεση κάθε κινητής και ακίνητης περιουσίας του για το ποσό του 1 εκατ. ευρώ. Οι περισσότεροι εργαζόμενοι στα περιοδικά του ομίλου είναι σε επίσχεση εργασίας και ανακοινώνουν ότι κλιμακώνουν τις αντιδράσεις τους, καθώς είναι απλήρωτοι τρεις και πλέον μήνες. Τον χαρακτηρίζουν τραμπούκο και μεγαλοκαρχαρία. Η πλήρης αντιστροφή…
Του cool αφεντικού του τη σπάνε τα τσιμπούρια
Και όπως πλασάρεται ως αυτοκράτορας του lifestyle, άλλο τόσο πλασάρεται και ως cool αφεντικό. Όπως παραδέχονται εργαζόμενοι που έχουν περάσει για χρόνια μέσα από την ΙΜΑΚΟ και τα περιοδικά του, ο Π. Κωστόπουλος ήταν «φίλος» με όλους. Και μάλιστα ανοιχτοχέρης φίλος. Οι μισθοί που δίνει πολλές φορές μοιάζουν εξωπραγματικοί, ενώ δεν χαλάει χατίρι σε κανέναν. Όπως έχει ακουστεί, αν κάποιος υπάλληλος του είχε ανάγκη από λεφτά -είτε έπρεπε να κάνει εγχείρηση, είτε απλά ήθελε να πάει ένα ταξίδι στο Λονδίνο- το αφεντικό άνοιγε το ταμείο και του έδινε τα χρήματα που ζητούσε. Και μάλλον αυτό το άνοιγμα πληρώνει τώρα. Διότι οι εποχές άλλαξαν, η κρίση χτύπησε και τη δικιά του εταιρία, οι «έμπιστοι» του, που επί χρόνια έτρωγαν με χρυσά κουτάλια στην ΙΜΑΚΟ, την έκαναν με ελαφρά πηδηματάκια, όταν άρχισαν να βλέπουν τα πρώτα σύννεφα, και τώρα ο Κωστόπουλος προσπαθεί να σώσει ό,τι μπορεί. Και πρώτα απ’ όλα τα λεφτά του.
Οι εργαζόμενοι του βρίσκονται σε τραγική κατάσταση. Απέναντι τους ένας Κωστόπουλος άλλοτε καταβεβλημένος να χάνει τα λόγια του, άλλοτε σε έξαλλη κατάσταση να πετάει καρέκλες για να επιβληθεί σε όσους τον στριμώχνουν με εύστοχες ερωτήσεις: «Στ’ αρχίδια μου που είστε απλήρωτοι, στ’ αρχίδια μου όσοι κάνουν επίσχεση, μου έχετε γίνει τσιμπούρια, στ’ αρχίδια μου αν δεν μπορείτε να ζήσετε. Στ’ αρχίδια μου τι χρωστάτε - να μην ψωνίζατε».
Ο άνθρωπος που δίδαξε πως δεν υπάρχει ζωή αν δεν είναι επώνυμη, γρήγορη και λουσάτη, έφτασε στο σημείο να αναπολεί το Παρίσι, να τονίζει ότι η ΙΜΑΚΟ ήταν το μεγαλύτερο λάθος της ζωής του και να λέει στους εργαζόμενους του: «Κρίση είναι, ρε μαλάκες. Δεν χρειάζεστε δεύτερο ζευγάρι τζιν».
Τα ίδια προβλήματα αντιμετωπίζουν και εργαζόμενοι σε ραδιοφωνικούς σταθμούς συμφερόντων του Π. Κωστόπουλου. Είναι χαρακτηριστική η ανακοίνωση της Ένωσης Τεχνικών Ελληνικής Ραδιοφωνίας στις 31 Ιανουαρίου, με την οποία κήρυξε τη λήξη της απεργίας στους σταθμούς NITRO και DERTI, λόγω εξόφλησης των δεδουλευμένων στους εργαζομένους.
…και το σκάφος σκάφος
Και όμως λίγα χρόνια πριν τα πράγματα έμοιαζαν αρκετά πιο αισιόδοξα. Και την ίδια στιγμή που ο ίδιος δεσμευόταν στους υπαλλήλους του ότι βρέθηκε τρόπος για να λυθεί η οικονομική στενότητα, που είχε κάνει την εμφάνιση της με καθυστερήσεις στις πληρωμές, οι φήμες για καταστροφή οργίαζαν. Αν ισχύουν, δεν θα είναι παρά μια ακόμη επιβεβαίωση του χρυσού κανόνα του ελληνικού επιχειρηματικού κόσμου τα τελευταία πέντε χρόνια: πάμπλουτα αφεντικά, πτωχευμένες επιχειρήσεις. Αν σε αυτό συνυπολογιστούν και τα άψογα δομημένα παραθυράκια του πτωχευτικού νόμου, που σβήνουν χρέη με ανάλογες διατάξεις, γίνεται αντιληπτό ότι το μέγεθος του προβλήματος είναι τεράστιο κυρίως και πρωτίστως για αυτούς που έχουν να λαμβάνουν από την επιχείρηση της Μαρίνου Αντύπα.
Στα μέσα του 2010, όταν έκλεινε το περιοδικό MAXIM, ο πάλαι ποτέ εθνικός γόης με το τραχύ παρουσιαστικό και την μπάσα φωνή, παράγγελνε ένα σκάφος αξίας 450.000 ευρώ από γνωστή ιταλική ναυπηγική εταιρεία, μέσω offshore εταιρείας που εδρεύει στις Νήσους Μάρσαλ. Η ζωή είναι μικρή για να τραβολογιέσαι στην Ψαρού με τράτα. Το δεκατετράμετρο πάει πιο γρήγορα.
(πηγή: badmoney.gr)
Δημιουργήστε με tablet!

Δεν ξέρω τι θα κάνετε εσείς, πάντως εγώ περιμένω την εποχή των quad core tablets, για να πάρω ένα. Τα επίπεδα ισχύος και δυνατοτήτων θα είναι πρωτόγνωρα και θα επιτρέπουν όχι μόνο να «καταναλώνεις», αλλά και να «δημιουργείς» περιεχόμενο. Αυτό είναι ήδη εφικτό σε πολύ καλό βαθμό, χάρη στο iPad 2, τόσο από άποψη πληρότητας hardware, όσο και από τα εξαιρετικά εργαλεία που έχουν γραφτεί για το tablet.
Αν δεν πιστεύετε ότι το iPad μπορεί να λειτουργήσει ως βασικό εργαλείο καθημερινής δουλειάς – έστω και με κάποιες δεδομένες παραχωρήσεις -, διαβάστε το πολύ ενδιαφέρον άρθρο, στο οποίο ο αρθρογράφος του ArsTechnica, Jacqui Cheng, δοκίμασε να εργαστεί μόνο με το iPad και διαπίστωσε ότι ορισμένες φορές υπήρξε πιο παραγωγικός, απ’ ότι με το desktop PC του. Ακόμη και στον εικαστικό χώρο, το tablet προσφέρει νέες διόδους έκφρασης και δημιουργίας. Πάρτε για παράδειγμα τις γραφίδες με αναγνώριση πίεσης, ακόμη και το πρωτότυπο πινέλο Nomadbrush. Συνδυάστε με ένα πρόγραμμα όπως το Sketchbook Pro, το Brushes ή τα προγράμματα της Adobe (Color Lava, Eazel, Nav) και θα διαπιστώσετε ότι μπορεί να μπει στη δημιουργική διαδικασία. Για το φωτογράφο, υπάρχουν πλείστες όσες εφαρμογές για να ξεδιαλέξει τις λήψεις του, να αποθηκεύσει τη δουλειά του και να κάνει παρουσίαση του portfolio του.
Το Adobe Carousel είναι ένας τέτοιος τρόπος ταξινόμησης της βιβλιοθήκης των φωτογραφιών σας, ενώ υπάρχουν ανταπτοράκια για σύνδεση της κάμερας ή της κάρτας μνήμης με την universal υποδοχή του iPad. Αλλά ακόμη κι αν αγαπάτε τη μουσική, υπάρχουν χίλια δυο πρωτότυπα apps και συσκευές, από κούρδισμα των μουσικών οργάνων σας, πλήρης προσομοίωσης της κονσόλας ενός DJ, μέχρι και ενδελεχές στήσιμο πολυκάναλου ενισχυτή με στοιχεία για την ακουστική του δωματίου και διαδικασία μεγιστοποίησης της ηχητικής απόδοσης ενός home cinema.
Απ΄ότι θα καταλάβατε, επιμένω στο iPad και αναμένω το τετραπύρηνο iPad 3, που θεωρώ ότι για μια ακόμη φορά θα αποτελέσει το σημείο αναφοράς. Δεν λέω όχι και στο Android, αλλά στην παρούσα φάση είναι λιγοστές οι εξειδικευμένες εφαρμογές για Honeycomb και το κόστος τους είναι δυσανάλογα υψηλό, σε σχέση με αυτά που προσφέρει το iPad. Sorry Google…
αναδημοσίευση από το περιοδικό PC World
As one of Japan’s last remaining swordsmiths, Korehira Watanabe has honed his craft for 40 years while attempting to recreate the mythical Koto sword.
Permadeath: το μονοπάτι των γενναίων
Το Permanent Death είναι η αφήγηση ενός playthrough του δημοφιλούς παιχνιδιού Far Cry 2 από τον φοιτητή μουσικής Ben Abraham. Μάλιστα. Και τις μας ενδιαφέρει εμάς να μάθουμε πώς έπαιξε ένα φοιτητάριο από την Αυστραλία, ένα παλιό παιχνίδι; Μας ενδιαφέρει, στο βαθμό που ασχολούμαστε με τα video games, τα αγαπάμε και, ενίοτε, θέλουμε να μαθαίνουμε και 2-3 πραγματάκια περισσότερα για αυτά, και να ανακαλύψουμε ότι μπορούν να μας προσφέρουν κάτι περισσότερο από μερικές ωρίτσες ανεγκέφαλης διασκέδασης (που και αυτό μια χαρά είναι, απλώς για μερικούς δεν είναι αρκετό).
ΕΝΑ ΔΙΑΦΟΡΕΤΙΚΟ PLAYTHROUGH
Ο κύριος Abraham λοιπόν, έκατσε το 2009 και άρχισε να παίζει με μανία το Far Cry 2, το οποίο τον συνεπήρε με την ατμόσφαιρά του, το gameplay, την ιστορία του, αλλά και τις επιπτώσεις που έχουν στη συνέχισή του, οι επιλογές που κάνει ο παίκτης. Ξόδεψε πάρα πολλές ώρες παίζοντας το παιχνίδι και κατέληξε να φτιάξει ένα ολόκληρο εικονογραφημένο βιβλίο 391 σελίδων, το οποίο μπορεί κανείς να κατεβάσει ακολουθώντας αυτό το link. Μην σας φοβίζει ο αριθμός των σελίδων, ξεφυλλίζεται άνετα, αφού αποτελείται από screenshots που συνοδεύονται από λεζάντες 1-2 παραγράφων. Ενδεχομένως πολλοί να θεωρήσουν ότι αυτό αποτελεί μια πολύ υπερβολική ενασχόληση με ένα game, ακόμη και να χαρακτηρίσουν τον Abraham “nolifer” που δεν έχει άλλη δουλειά να κάνει από το να ασχολείται ατέλειωτα με ένα παιχνίδι και τις “ηθικές του συνέπειες”. Η αλήθεια είναι ότι ορισμένα άτομα έχουν μεγαλύτερες ευαισθησίες και ανιμετωπίζουν τα πράγματα που τους αρέσουν με μεγαλύτερη προσοχή και τα πρροσεγγίζουν με περισσότερη αγάπη και ευαισθησία. Δεν είναι τυχαίο ότι ο συγκεκριμένος άνθρωπος έχει σπουδάσει Μουσική, έχει κάνει πτυχιακή εργασία πάνω στη μουσική των videogames και τώρα δουλεύει πάνω στο μεταπτυχιακό του διδακτορικό, το οποίο ασχολείται με την κριτική προσέγγιση των video games. Αν δεν ασχοληθεί κανείς με τα games σοβαρά, τότε θα πάψουμε να έχουμε στη διάθεσή μας σοβαρά games, δεν νομίζετε;
Ο Abraham προτίμησε να παίξει το παιχνίδι με το εξής σκεπτικό: ας υποθέσουμε ότι οι συνθήκες του παιχνιδιού μεταφέρονταν στην πραγματική ζωή. σε αυτήν την περίπτωση ποιο θα ήταν το μοναδικό σημείο του παιχνιδιού, το οποίο, περισσότερο από όλα τα άλλα, θα έκανε τη διαφορά μεταξύ της πραγματικότητας και της εικονικής πραγματικότητας στην οποία μας βάζει, κάθε φορά που το παίζουμε; μα φυσικά το γεγονός ότι στο παιχνίδι, αν πεθάνεις, μπορείς να ξαναπάς πίσω, στο τελευταίο σου save και να αρχίσεις από εκείνο το σημείο. Στην πραγματικότητα αν κάνεις μια βλακεία και σκοτωθείς, sorry… game over! Αυτός ο τρόπος παιχνιδιού, είναι γνωστός στην αργκό των gamers ως “permadeath”. Με μια φράση:
when I die, that’s it. Game Over.
ΚΑΙ ΤΙ ΝΟΗΜΑ ΕΧΕΙ;
Ας πάμε αυτό το συλλογισμό ένα βήμα παραπέρα: ποια ήταν η τελευταία φορά που καθίσατε και αναρωτηθήκατε σε ένα παιχνίδι “χμ, τι συνέπειες θα έχει τώρα αν σκοτώσω αυτόν τον χαρακτήρα;”. Δεν το σκέφτεστε καν, απλώς λιανίζετε το σύμπαν χωρίς ηθικές αναστολές και, αν κάτσει καμιά στραβή, φορτώνετε ένα παλιότερο save και ξαναδοκιμάζετε. Ασφαλώς είναι too much να καθόμαστε και να αρχίσουμε να έχουμε ηθικές αναστολές και συνειδησιακά διλήμματα, κάθε φορά που θα πατήσουμε τη σκανδάλη του ΑΚ-47 μας για να διαμελίσουμε τον υπ’ αριθμόν 34 από ένα σύνολο 2.546 τρομοκρατών που μπορεί να συναντήσουμε στο παιχνίδι μας, αλλά αυτό το ενδεχόμενο υπάρχει. Υπάρχει, αν έχουμε πραγματικά γοητευθεί από ένα παιχνίδι και θέλουμε να το αντιμετωπίσουμε περισσότερο σαν ένα σύνολο αλληλένδετων παραμέτρων και λεπτών μηχανισμών και ισορροπιών, παρά σαν ένα ανεγκέφαλο shooting fest.
Η ιδέα του Abraham δεν ήταν καινούρια και πολλοί άλλοι, επώνυμοι και μη gamers έχουν ξαναδοκιμάσει να παίζουν ένα παιχνίδι με τη λογική του “permadeath”, δηλαδή να αρχίσεις και να παίζεις ένα παιχνίδι με 1 μόνο ζωή και να πεις στον εαυτό σου “αν σκοτωθεί ο χαρακτήρας μου, that’s it, αυτό είναι το τέλος της ιστορίας του παιχνιδιού για μένα”. Σαφώς και είναι ένα ενδιαφέρον πείραμα, αλλά αμφιβάλλω αν θα τολμήσει να το κάνει κανείς για το ακριβό του game, για το οποίο μόλις έσκασε 60 ευρώ για να το αποκτήσει. Φυσικά και δεν είναι αυτός ο σκοπός. Ο σκοπός είναι, απεναντίας, ΑΦΟΥ ολοκληρώσει κανείς το παιχνίδι και εξοικειωθεί με τα mechanics του, να επιχειρήσει να κάνει μια δεύτερη “κατάδυση’ σε αυτό, με πιο προσεκτικό και μεθοδικό τρόπο, δίνοντας σημασία στις λεπτομέρειες, ΑΥΤΕΣ ακριβώς τις λεπτομέρειες που θέλουν οι developers να προσέξετε, τις λεπτομέρειες στο Α.Ι. για τις οποίες δούλεψαν και ξενύχτησαν, αλλά και τις λεπτομέρειες του κόσμου, των γραφικών, του ήχου, που αυξάνουν την ποιότητα της εμπειρίας, αλλά συχνά τις προσπερνάμε, όταν περνάμε από τις πίστες σαν σίφουνας, σφάζοντας αντιπάλους.
REALITY CHECK!
Το Permanent Death δεν είναι φυσικά κανένα λογοτεχνικό ή εικαστικό αριστούργημα, είναι απλώς η απεικόνιση των εμπειριών του gamer, και κάπου-κάπου των σκέψεων και των συναισθημάτων του, με λίγο προσεγμένο και όμορφο τρόπο. Σε κάποιο σημείο, προς τη μέση της αφήγησής του, ο ίδιος ο Abraham μπουχτίζει από τις ατέλειωτες ώρες παιχνιδιού και επαναλαμβανόμενων αποστολών και αρχίζει να σκέφτεται την αυτοκτονία, αφού αναρωτιέται τι να συνεχίσει να κάνει για να κρατήσει το ενδιαφέρον του αναγνώστη. Αυτή είναι η άλλη πτυχή της υπόθεσης: σίγουρα τα video games έχουν φτάσει σε αξιοζήλευτο επίπεδο αληθοφάνειας και πολυπλοκότητας, όμως έχουν και αυτά τις ατέλειες, τα λάθη, τους περιορισμούς τους, για διάφορους λόγους: περιορσιμένος χρόνος για το developing του παιχνιδιού, ανεπάρκειες εκ μέρους των προγραμματιστών, bugs, περιορισμοί του hardware, προχειρότητες στις ρουτίνες του Α.Ι., του voice acting, της καλλιτεχνικής επιμέλειας και χίλια άλλα δυο.
Εκείνο που σίγουρα μένει είναι το πόσο δενόμαστε με τα αγαπημένα μας games, με τους χαρακτήρες τους, και πόσο αυτοί μας συγκινούν, πολλές φορές πολύ περισσότερο από κάθε πρωταγωνιστή κινηματογραφικής ταινίας. Ίσως επειδή σε πολλά games μπορούμε να διαμορφώσουμε το χαρακτήρα όπως θέλουμε εμείς και να του προσδώσουμε στοιχεία από το χαρακτήρα και τη συμπεριφορά μας. Ίσως επειδή στα games, τον πρωταγωνιστικό ρόλο τον παίζουμε εμείς και είμαστε σε θέση να αλλάξουμε τον κόσμο ανάλογα με τις αποφάσεις που παίρνουμε σε αυτό το εικονικό σύμπαν.
Αναδημοσίευση από το site unregistered.gr.
Gamification: το επόμενο βήμα μετά τα social media

Τα games μέσα από online πλατφόρμες αποτελούν το επόμενο εργαλείο προώθησης προϊόντων και υπηρεσιών, για κάθε είδους επιχείρηση. Το ζούμε καθημερινά και το βιώνουμε, με χίλιους δυο τρόπους, μέσα από τα smartphones που χρησιμοποιούμε, από τα websites που επισκεπτόμαστε, αλλά και τα social networks μέσα από τα οποία δραστηριοποιούμαστε,σε κοινωνικό, αλλά και επαγγελματικό επίπεδο.
Αν πριν από λίγα χρόνια, τα social media ήταν η μεγάλη αποκάλυψη και ένας καινούριος μοχλός προώθησης για τα τμήματα marketing των εταιρειών, σήμερα, ο όρος “gamification” είναι πλέον κοινός σε όλους τους παράγοντες της αγοράς, που ψάχνουν νέους τρόπους επικοινωνίας με τους πελάτες, αλλά και νέες διόδους ανοίγματος σε νέες αγορές, νέα ηλικιακά και άλλα target groups, με πιο άμεσα και ορατά αποτελέσματα.
Έχοντας στόχο τις νέες γενιές, οι οποίες έχουν μεγαλώσει μέσα στην κουλτούρα των ηλεκτρονικών μέσων, του Internet και των video games, οι εταιρείες που προωθούν υπηρεσίες και2 καταναλωτικά αγαθά, χρησιμοποιούν εφαρμογές που εμπεριέχουν τα στοιχεία του gaming, του chatting, των location-based services, για να προσελκύσουν νέο αγοραστικό κοινό, αλλά και να διατηρήσουν έμπιστους πελάτες, οι οποίοι θα αγοράσουν ξανά και ξανά από την ίδια εταιρεία. Παραδείγματα του νέου αυτού τρόπου προβολής ζούμε καθημερινά: οι εταιρείες συστήνουν μαζεύουν πελατεία μέσα από τα ¨likes¨ στο Facebook, απονέμουν “badges” στο Foursquare, σε βάζουν σε ανεβάζουν επίπεδα (“level up”), όσο κάνεις αγορές, με την υπόσχεση επιβράβευσης με δωρεάν προσφορές, δείγματα προϊόντων κοκ.
ΤΑ ΠΛΕΟΝΕΚΤΗΜΑΤΑ ΤΟΥ GAMIFICATION
H γνωστή εταιρεία στατιστικών ερευνών Gartner, προβλέπει ότι το 50% της καινοτομίας στο χώρο θα προέλθει, μέχρι το 2015, από ενέργειες που σχετίζονται με το gamification. Θεωρητικά πρόκειται για εξαιρετικό εργαλείο προώθησης για τους εξής βασικούς λόγους:
1. Δίνει άμεσο feedback: αντί να περιμένει ο επιχειρηματίας να μαζέψει στατιστικές από δημοσκοπήσεις και από στοιχεία πωλήσεων επί μακρά χρονικά διαστήματα, εδώ έχει άμεσο feedback και νούμερα επισκεψιμότητας, αποδοχής κλπ.
2. Εντυπωσιάζει τον καταναλωτή: με τη δύναμη των πολυμέσων σε συνδυασμό με τη ρητορική της διαφήμισης, ασκεί περισσότερη έλξη.
3. Δίνει την ψευδαίσθηση της καταξίωσης: ο καταναλωτής βλέπει να ανεβαίνει “επίπεδα”, να ολοκληρώνει “quests” και να επιβραβεύεται για αυτό, κι έτσι αισθάνεται ότι έχει εκπληρώσει ένα σημαντικό έργο και ανταμοίβεται για τις προσπάθειές του.
4. Απασχολεί για σημαντικό χρόνο: ο καταναλωτής καλείται να συμμετάσχει σε παιχνίδια, δραστηριότητες και άλλες ασχολίες που εμπεριέχουν έναν δείκτη δυσκολίας, ίσα-ίσα για να τον κάνουν να ασχοληθεί περισσότερο, αλλά αρκετά εύκολο, ώστε να ολοκληρώσει την προσπάθειά του. Έτσι καταγράφονται μεγαλύτεροι χρόνοι επισκεψιμότητας.
Επί της ουσίας πρόκειται για συγκαλλυμένη και έμμεση διαφήμιση, ένας τρόπος προώθησης που υφίσταται εδώ και δεκαετίες και εδράζεται πάνω στη γνωστή συνταγή της “real-life” εμπειρίας: μετάλλαξη παλιών διαφημιστικών συνταγών, όπως η κλασσική διαφήμιση της δοκιμής δύο απορυπαντικών από μια πραγματική νοικοκυρά, για να πιστοποιηθεί ότι το προϊόν δοκιμάστηκε από έναν αληθινό καταναλωτή όπως εγώ κι εσείς. Σήμερα η κατάσταση διαφοροποιείται ως προς την αμεσότητα και την προσωποποίηση της κατευθυνόμενης διαφήμισης.
Οι μπράντες δημιουργούν τα δικά τους εργαλεία, apps, social games, διαδικτυακά παιχνίδια του θησαυρού, δελεάζουν τον υποψήφιο πελάτη με υποσχέσεις δωρεάν παροχών, δώρων, επιβραβεύσεων και “achievements”, όπως ακριβώς στα παραδοσιακά games. Είναι γνωστή και ιδιαίτερα διαδεδομένη η πρακτική μεγάλων καταναλωτικών αλυσίδων, η σύνδεση με apps όπως το Foursquare, για την επιβράβευση συνεχών επισκέψεων στα καταστήματα με εκπτώσεις, ειδικές προσφορές και συμμετοχές σε κληρώσεις δώρων.
ΣΚΕΨΕΙΣ ΚΑΙ ΠΡΟΕΚΤΑΣΕΙΣ
Σε μια εποχή που το Facebook έχει γίνει δεύτερη φύση στους δικτυωμένους πολίτες των δυτικών κοινωνιών, ενώ έχει εξαπλωθεί και στις χώρες του τρίτου κόσμου, την ίδια στιγμή που τα smartphones τείνουν να περιθωριοποιήσουν τα feature phones, οι επιχειρήσεις βρίσκουν άμεσες και πάμφθηνες πλατφόρμες προώθησης των υπηρεσιών και των προϊόντων τους. Η εποχή του banner σιγά-σιγά περνά στο παρασκήνιο, για να δώσει τη θέση της στις προσωποποιημένες ενέργειες μέσα από ειδικά apps και groups στα social networks, και ενέργειες που θα αναμιγνύουν τον χρήστη στη διαδικασία προώθησης, βάζοντάς τον να παράγει το περίφημο user-generated content, όχι όμως ως αυτοσκοπό, αλλά προκειμένου να περιέλθει στους κόλπους μιας εταιρείας, ως πιστός πελάτης, της οποίας τα προϊόντα θα προτιμήσει έναντι των άλλων.
Κάνοντας μια παρένθεση, ο όρος “gamification”, αν τον δούμε με αυστηρά κριτήρια, είναι ένας νεολογισμός “new age”, για να συμπεριλάβει προωθητικές πρακτικές που προϋπήρχαν, όπως π.χ. η παροχή κινήτρων για την αγορά προϊόντων μέσα από μια ψηφοφορία δεν είναι καινούριο πράγμα και υφίσταται εδώ και δεκαετίες, Απλώς έχει αλλάξει η πλατφόρμα εκτέλεσης αυτών των πρακτικών που είναι τα “new media”. Ο όρος έχει επικρατήσει ως επί το πλείστον γιατί η μέθοδος των επιβραβεύσεων μέσα από “badges”, “progress bars”, “levels” και “leaderboards”, έχει πρωτοεμφανιστεί στα video games και ειδικά από την εποχή του δικτυωμένου gaming, μέσα από τα διάφορα δίκτυα όπως το Xbox Live, το BattleNet κλπ. Το προς εξέταση ζήτημα εδώ είναι κατά πόσο πρέπει να ασκούμε τις καταναλωτικές μας δραστηριότητες με τον ίδιο τρόπο που παίζουμε ένα παιχνίδι. Οι εταιρείες υποστηρίζουν ότι η εμπειρία είναι πιο ευχάριστη, κι έχει ως αποτέλεσμα ο πελάτης να ικανοποιείται περισσότερο και να μένει πιστός σε ένα brand.
Ας δούμε όμως το πράγμα από μια πιο σφαιρική άποψη: καθώς διανύουμε μια περίοδο παγκόσμιας οικονομικής αναταραχής, συμπίεσης των προϋπολογισμών των επιχειρήσεων, ανάσχεσης κάθε δικλείδας ελέγχου από το κράτος, και κατάργησης των θεσμοθετημένων μέτρων προστασίας των εργαζομένων, καθώς και εμπορευματοποίηση βασικών αγαθών και μετατροπής κοινωνικών λειτουργιών σε προσοδοφόρες διαδικασίες επιχειρηματικού χαρακτήρα, το gamification δεν είναι τίποτε άλλο, από την απέλπιδα προσπάθεια του καπιταλιστικού μηχανισμού να αποξενώνει τον άνθρωπο από την πραγματική δημιουργική διαδικασία και να τη μετατρέπει σε συνεχή στόχο ακατάσχετης διαφήμισης. Το κοινό αντιμετωπίζεται ως απρόσωπη καταναλωτική μάζα, ενώ η διαδικασία επιλογής υπηρεσιών και προϊόντων υποκαθίσταται από ένα πλαίσιο που ουδεμία σχέση έχει με την πραγματική αξία του προϊόντος, αλλά με την πολλαπλασιαστική ισχύ του φαινομένου viral των social media. Ο καταναλωτής αντιμετωπίζεται, όπως ήταν ανέκαθεν η περίπτωση, ως μια μονάδα που διακατέχεται πάντοτε από επιθυμίες και ορμέμφυτα, τα οποία στοχεύονται με τρόπο πολύ φτηνιάρικο και υποτιμητικό. Αυτό δεν είναι κάτι καινούριο. Είναι διαχρονικό πρόβλημα της διαφήμισης που διχάζει εδώ και δεκαετίες και θα συνεχίζει να διχάζει, στο βαθμό μάλιστα που αποτελεί μέρος ενός οικονομικού συστήματος που λειτουργεί με βάση το θυμικό και είναι αποσυνδεδεμένο από την παραγωγή και τις πραγματικές ανάγκες των κοινωνιών.
Δεν λείπουν και τα παραδείγματα, που ένα brand φτάνει στην υπερβολή, στην προσπάθειά του να δείξει ότι είναι μέσα στο πνεύμα της εποχής: πάρτε για παράδειγμα την προωθητική ενέργεια της υπηρείσας Nike+, η οποία χρησιμοποιεί ένα σωρό στρώματα social networking, επιβραβεύσεων, παρακινήσεων μέσα από μπάρες προόδου, ένα σωρό πληροφορίες, γεωγραφικά δεδομένα, με αποτέλεσμα να φτιάξει μια “εμπειρία”, που σε τελική ανάλυση είναι υπερβολικά πολύπλοκη, χάνοντας το στόχο της, που είναι η παρακίνηση του καταναλωτή, απλά… να βάλει τα παπούτσια του και να τρέξει! Σίγουρα υπάρχουν άτομα που αρέσκονται σε αυτού του είδους τις… χαριτωμενιές, τελικά όμως, μου φαίνεται ότι ξεφεύγουμε από την ουσία του πράγματος και, από την πλευρά του επιχειρηματία, ξοδεύουμε πολλά, με αφίβολη επιτυχία.
Δεν έχω κανένα απολύτως πρόβλημα με μια επιτυχημένη διαφημιστική καμπάνια, ούτε πρόκειται -πρωτίστως- για θέμα αισθητικής -αν και σε μεγάλο βαθμό είναι-. Σέβομαι τον κόπο των αωθρώπων που τις δημιουργούν και την ευρηματικότητα πολλών από αυτές. Η ένστασή μου έγκειται στην υποκατάσταση της έγκυρης πληροφορίας, από τεχνητές πηγές διάδοσης απόψεων, που παραπλανούν, γιατί ακριβώς είναι πληρωμένες! Όταν, φερειπείν, μπαίνεις σε ένα thread συζήτησης για laptops, και συναντάς μια συγκαλλυμένη διαφήμιση, υπό μορφή άποψης χρήστη για το Χ laptop, για το οποίο είναι κατενθουσιασμένος και σε παρακινεί να επισκεφτείς κι εσύ το site της εταιρείας για τα περαιτέρω, αυτό δεν είναι μόνο ανήθικο, αλλά και ίσως αγγίζει και τα όρια της παρανομίας, για να μιλήσουμε με πραγματιστικούς και όχι ηθικοπλαστικούς όρους.
Δεν είναι καθόλου κακό να προβάλλεις τη δραστηριότητά σου μέσα από τα εργαλεία κοινωνικής δικτύωσης. Ειδικά όσον αφορά τους νέους επιχειρηματίες που προσπαθούν να βρουν το δρόμο τους μέσα από καινούρια start-ups και θέλουν να γίνουν γνωστοί ώστε να προσεκλύσουν κεφάλαια για την επέκταση των δραστηριοτήτων τους, είναι μια καλή διέξοδος προβολής. Τελικά όμως θεωρώ ότι η επιχειρηματικότητα πρέπει να αποσυνδεθεί από το άρμα αυτού του είδους της προωθητικής τακτικής και η αξία της μαζικότητας να μειωθεί, προς όφελος της αξίας της ποιότητας. Ας πάψουν να αντιμετωπίζουν τους καταναλωτές ως αεί παίζοντες σε ένα εικονικό παιχνίδι με πραγματικές προεκτάσεις, γιατί δεν πρόκειται μόνο για το πορτοφόλι μας, αλλά και την αξιοπρέπειά μας και τη στάση ευθύνης (ή μη), με την οποία αντιμετωπίζουμε τον κόσμο γύρω μας. Το hype μπορεί να ευνοεί την πώληση μέτριων προϊόντων, αλλά και να διευκολύνει τους πολέμιους μιας πραγματικά αξιόλογης προσπάθειας, μέσω αρνητικής διαφήμισης και διάδοσης ψευδών ειδήσεων μέσω των νέων εργαλείων προώθησης.
Αναδημοσίευση από το site unregistered.gr.
Φάκελος “mobility”
Καθώς προχωρούμε στην τελευταία περίοδο του 2011, το τοπίο φαίνεται ότι ξεκαθαρίζει αναφορικά με τις ισορροπίες στην αγορά του mobile computing. Οι τάσεις κινούνται σε δύο παράλληλα επίπεδα: στο ένα βρίσκουμε τα smartphones, τα οποία, χάρη στην απίστευτη δυναμικότητα του Android, έχουν διεισδύσει σε όλο το αγοραστικό φάσμα, από τις “high-performance” συσκευές, μέχρι τις πιο οικονομικές προτάσεις. Όταν πλέον μπορεί κανείς, με μια μέτρια επιδότηση, να αποκτήσει ένα αξιοπρεπές Android smartphone και να έχει πρόσβαση στην πλουσιώτατη πηγή εφαρμογών του Android Market, καθίσταται τρομερά ελκυστικό, ακόμη και στον καταναλωτή που δεν γνώριζε τον κόσμο των mobile εφαρμογών.
Στο άλλο πεδίο, εκείνο των φορητών υπολογιστών, τα νούμερα μιλάνε από μόνα τους: τα netbooks υποχωρούν διαρκώς, παρά τις πολύ χαμηλές τιμές τους και δεν μπορούν να αντιμετωπίσουν την πρακτικότητα και τις ευρημετικές λύσεις που εισάγουν τα tablets. Αν το 2009 ήταν η χρονιά τους, το 2011 θα αποτελέσει σίγουρα τη χρονιά εδραίωσης των tablets. Οι ετήσιες πωλήσεις των netbooks δεν ξεπέρασαν ποτέ τα 35 εκατομμύρια παγκοσμίως, ενώ οι εκτιμήσεις θέλουν να πωλούνται περίπου 45 εκατομμύρια tablets μέσα στο τρέχον έτος.
Δυστυχώς αυτή εικόνα θα επιταθεί, όχι από τις προτιμήσεις του κοινού, αλλά από τις ίδιες τις εταιρείες, οι οποίες θα ρίξουν το βάρος της παραγωγής στα tablets, μειώνοντας σταδιακά τις επιλογές που έχει κανείς στην κατηγορία των netbooks. Κατά τη γνώμη μου τα netbooks έχουν και πρέπει να έχουν τις κατάλληλες προοπτικές για ύπαρξη και καλή πορεία στην αγορά. Πρέπει να παραμείνουν η εναλλακτική οικονομική πρόταση, με ανανεωμένα χαρακτηριστικά και hardware καλών επιδόσεων. Άλλωστε ο διπύρηνος Atom N570 ή ο εξαιρετικός AMD E-350 (που αναμένεται σύντομα να αντικατασταθεί με νέο μοντέλο) αποδεικνύουν ότι υπάρχουν προοπτικές εκμοντερνισμού και βελτίωσης του σημείου εκείνου όπου τα netbooks έπασχαν ανέκαθεν, στις επιδόσεις.
Στο μέλλον προβλέπω ότι τα netbooks θα υποχωρήσουν οριστικά και τη θέση τους θα πάρουν φτηνά Android tablets που θα προσαρμόζονται σε πληκτρολόγιο, ακριβώς όπως το πάρα πολύ καλό Asus Eee Pad Transformer. Σε κάποιο σημείο μάλιστα, μπορεί ακόμη και σε 2-3 χρόνια, οι διαφορές μεταξύ ενός desktop και mobile λειτουργικού να είναι πλέον πολύ μικρές και να μην έχουμε σημαντικές εμπειρίες χρήσης είτε στο γραφείο είτε εν κινήσει, δρόμο που δείχνουν τόσο τα Windows 8, όσο και το Mac OS X Lion.
Ελλάς Ελλήνων developers
Πρέπει να το παραδεχτούμε ότι έχει χαθεί η μπάλα! Σε όλα τα επίπεδα! Εκείνο στο οποίο θέλω να εστιάσω, όμως, είναι ο ρόλος της πληροφορικής για το μέλλον των νέων. Αφού, αποδεδειγμένα πλέον, η ελληνική πολιτεία τα έχει κάνει μαντάρα στον τομέα της τεχνολογικής εκπαίδευσης, τι άλλο μας μένει; Να αρχίσουμε όλοι να γράφουμε apps για να κονομάμε και τίποτε! Έχετε καμιά ιδέα;
Να πάρει, όλες οι καλές έχουν “καβατζωθεί”: το iFart, το iSteam, το iBeer… Βέβαια, υπάρχουν ακόμη οι ανόητοι ρομαντικοί, που θεωρούν ακόμη ότι θα πάμε μπροστά με οργανωμένο σχέδιο προώθησης της τεχνολογικής εκπαίδευσης. Ας ρίξουν μια ματιά πρώτα στο περίφημο “Ψηφιακό Σχολείο” (digitalschool.minedu.gov.gr). Τι θα βρει κανείς εκεί; Σκαναρισμένα βιβλία του ΟΕΔΒ! Εντυπωσιακά είναι και τα “Ψηφιακά Εκπαιδευτικά Βοηθήματα Πανελλαδικών Εξετάσεων” (www.study4exams.gr), όπου το πιο ενδιαφέρον κομμάτι τους είναι βιντεοσκοπημένες διαλέξεις όπου το μάθημα γίνεται πάνω σε… μαυροπίνακα!
Αυτά δεν είναι τίποτα, όμως, μπροστά στο επικείμενο “κανόνι” που θα σκάσει λίαν συντόμως, με θύματα τα ανώτατα εκπαιδευτικά ιδρύματα της χώρας. Με πρώτο στη λίστα επικινδυνότητας το Α.Π.Θ. και εν συνεχεία το Ε.Μ.Π. (δεν μιλάμε για τα Τ.Ε.Ι., αυτά ήδη κλείνουν ένα-ένα), βρισκόμαστε ένα βήμα πριν από την αναστολή εργαστηριακών μαθημάτων, την παύση χορήγησης υποτροφιών και την αναστολή λειτουργίας ερευνητικών προγραμμάτων, χωρίς να υπεισέλθουμε στα τεράστια προβλήματα κάλυψης οργανικών θέσεων διδακτικού προσωπικού.
Όσο για το έρημο το Επαγγελματικό Λύκειο, το οποίο υποτίθεται ότι είναι ο προθάλαμος για την εισαγωγή στην Ανώτατη Τεχνική Εκπαίδευση, εκεί όσοι υπολογιστές έχουν μείνει ανέπαφοι από βανδαλισμούς και κλοπές, βάζω στοίχημα ότι δεν έχουν και πολλή σχέση με τις απαιτήσεις της σύγχρονης εποχής. Πόσο μάλλον για τις ανάγκες ενός μοντέρνου μαθήματος ανάπτυξης εφαρμογών. Πάω, δε, στοίχημα (αν και δεν είμαι απολύτως βέβαιος) ότι δεν διδάσκεται προγραμματισμός με βάση τα εφαρμοζόμενα εργαλεία της αγοράς.
Αν κάνω λάθος, διορθώστε με. Για ένα είμαι βέβαιος: αν ζούσε ο μακαρίτης ο Βέγγος, με όλα αυτά σίγουρα θα ξεστόμιζε το αξέχαστο “Αντίχριστοι!”.


